Επιστολή
στα ΜΜΕ, γραμμένη πάνω σε υγρά μαντηλάκια, για τις δυσκολίες που βιώνει
στη φυλακή, έστειλε ο καταδικασμένος
σε ισόβια κάθειρξη Βασίλης Παπαγεωργόπουλος. Στο internet
κυκλοφορεί και πιθανότατα
θα έχετε διαβάσει ένα γράμμα που
“υποτίθεται” ότι είναι δικό του. Μπορείτε να διαβάσετε τη δήθεν επιστολή εδώ: http://www.goalpost.gr/index.php/epikerotita/ellada/item/11490
Φυσικά, εγώ, ο One Eyed Bert, φίλος με το Βασίλη από τα στάδια της Θεσσαλονίκης, κατάλαβα αμέσως ότι η πρωτότυπη επιστολή υπέστη αλλοίωση από το σύστημα κι επικοινώνησα μαζί του για να αποκαλύψω την αλήθεια και να καθαρίσω το όνομά του.
Εκείνος
γέλασε πικρόχολα. Μου εκμυστηρεύτηκε
πως ήταν σίγουρος πως θα παρενέβαιναν
στο “Μανιφέστο” όπως το είπε
χαριτολογώντας.
“Το γράμμα που κυκλοφορεί” μου είπε, “δεν είναι γράμμα. Δεν είχα σκοπό να το στείλω πουθενά. Το έγραφα για εμένα, το αφιέρωνα στην στιγμή. Είχα επιχειρήσει πολλές φορές να το κάψω μα τα δάκρυα μου πάντα έσβηναν την φωτιά. Στο τέλος το πέταξα. Το πήρε ο άνεμος. Φαντάζομαι πως κάπως έπεσε στα χέρια κάποιου που το εκτίμησε. Προσπάθησε να το δημοσιεύσει και τότε κινητοποιήθηκε το σάπιο κατεστημένο που τόσο άδικα μου στέρησε την ελευθερία μου.”
Είχε κρατήσει ένα αντίγραφο σε 32 σπιρτόκουτα:
“Το γράμμα που κυκλοφορεί” μου είπε, “δεν είναι γράμμα. Δεν είχα σκοπό να το στείλω πουθενά. Το έγραφα για εμένα, το αφιέρωνα στην στιγμή. Είχα επιχειρήσει πολλές φορές να το κάψω μα τα δάκρυα μου πάντα έσβηναν την φωτιά. Στο τέλος το πέταξα. Το πήρε ο άνεμος. Φαντάζομαι πως κάπως έπεσε στα χέρια κάποιου που το εκτίμησε. Προσπάθησε να το δημοσιεύσει και τότε κινητοποιήθηκε το σάπιο κατεστημένο που τόσο άδικα μου στέρησε την ελευθερία μου.”
Είχε κρατήσει ένα αντίγραφο σε 32 σπιρτόκουτα:
Κάθε πρωί έρχεται το
τραίνο.
Γιατί σφυρίζει άραγε; που πάει; που πάμε;
Κάθε πρωι όταν κάνω την ανάγκη μου βλέπω τους γερανούς να πετουν στον νότο σε σχηματισμό. ΤΙ κάνουν άραγε; τι σκέφτονται; Υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο;
Σκουπίζομαι κι επιστρέφω στο κελί μου.
Το καινουριο κελί, άδειο σαν τις καρδιες των επικριτών μου, κι ωστόσο ζεστό , σαν τις ανιδιοτελείς μου πράξεις.
Τελικά τι;
Γιατί;
Αθώος ή ένοχος;
Αλήθεια ή ψέμα;
Τι είναι αληθινό θα μου πείτε;
Οι αισθήσεις; οι σκέψεις; Οι ενοχές; Η Αδικία;
Υπάρχει κανείς να απαντήσει το αιώνιο ερώτημα;
Να ξεδιψάσει τον αιώνια διψασμένο;
Λόγια λόγια λόγια.
Τίποτα. Κενό.
Κάθε πρωί ξυπνάω και τα κάγκελα πνίγουν το αδούλωτο πνεύμα μου μέσα σε φαιδρές υποσχέσεις για μια αιωνιότητα που ούτε ήταν ούτε θα έρθει, με μοναδικό σκοπό το πλήρωμα μιας αμυδρής σκέψης που κλωθογυρίζει στα υπόγεια της ψυχής μου με ένα και μόνο αίτημα πνιγμένο στις περήφανες ενοράσεις ενός ανθρώπου δέσμιου του ίδιου του δεσμού. Φυλακισμένου από την ίδια την φυλακή.
Ασυναρτησίες; Δεν ξέρω. Μπορεί.
Ωστόσο στέκομαι γυμνός μπρος στον σπασμένο καθρέφτη με την γροθιά μου ματωμένη και βλέπω τα θραύσματα των αντανακλάσεων ενός ανθρώπου που υπήρξε Άμεμπτος
Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ; Πως;
Εγώ που δεν πήρα ούτε μια δραχμή από κανέναν.
Κυπαρίσσι ολόρθο. Πλάτανος με βαθιές ευσυνείδητες ρίζες. Βράχος ηθικής.
Αλίμονο... ακόμα κι ο βράχος σιγά σιγά φθείρεται από το κύμα της ατέρμονης και αέναης προσπάθειας των κακόβουλων να συκοφαντήσουν το δίκαιο.
Εγώ; Που έφερα την ανάπτυξη; Που παρέδωσα τόσα έργα; Που δεν έχω εξοχικό στην Χαλκιδική;
Δώδεκα χρόνια δήμαρχος, δώδεκα κτήρια, δώδεκα μαθητές του Χριστού, δώδεκα... κι ούτε ένα τηλεφώνημα για να μου συμπαρασταθούν; Εμένα; Που ζούσα μόνο από το χειροκρότημα;
Χαμογελώ ήρεμα. Αν μας αντέξει το σκοινί, θα φανεί σε αυτό.... λέω κυνικά στον εαυτό μου και αρχίζω να σιγοτραγουδώ στίχους και μελωδίες από την λεσβία που δεν θυμάμαι το όνομά της.
Γιατί σφυρίζει άραγε; που πάει; που πάμε;
Κάθε πρωι όταν κάνω την ανάγκη μου βλέπω τους γερανούς να πετουν στον νότο σε σχηματισμό. ΤΙ κάνουν άραγε; τι σκέφτονται; Υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο;
Σκουπίζομαι κι επιστρέφω στο κελί μου.
Το καινουριο κελί, άδειο σαν τις καρδιες των επικριτών μου, κι ωστόσο ζεστό , σαν τις ανιδιοτελείς μου πράξεις.
Τελικά τι;
Γιατί;
Αθώος ή ένοχος;
Αλήθεια ή ψέμα;
Τι είναι αληθινό θα μου πείτε;
Οι αισθήσεις; οι σκέψεις; Οι ενοχές; Η Αδικία;
Υπάρχει κανείς να απαντήσει το αιώνιο ερώτημα;
Να ξεδιψάσει τον αιώνια διψασμένο;
Λόγια λόγια λόγια.
Τίποτα. Κενό.
Κάθε πρωί ξυπνάω και τα κάγκελα πνίγουν το αδούλωτο πνεύμα μου μέσα σε φαιδρές υποσχέσεις για μια αιωνιότητα που ούτε ήταν ούτε θα έρθει, με μοναδικό σκοπό το πλήρωμα μιας αμυδρής σκέψης που κλωθογυρίζει στα υπόγεια της ψυχής μου με ένα και μόνο αίτημα πνιγμένο στις περήφανες ενοράσεις ενός ανθρώπου δέσμιου του ίδιου του δεσμού. Φυλακισμένου από την ίδια την φυλακή.
Ασυναρτησίες; Δεν ξέρω. Μπορεί.
Ωστόσο στέκομαι γυμνός μπρος στον σπασμένο καθρέφτη με την γροθιά μου ματωμένη και βλέπω τα θραύσματα των αντανακλάσεων ενός ανθρώπου που υπήρξε Άμεμπτος
Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ; Πως;
Εγώ που δεν πήρα ούτε μια δραχμή από κανέναν.
Κυπαρίσσι ολόρθο. Πλάτανος με βαθιές ευσυνείδητες ρίζες. Βράχος ηθικής.
Αλίμονο... ακόμα κι ο βράχος σιγά σιγά φθείρεται από το κύμα της ατέρμονης και αέναης προσπάθειας των κακόβουλων να συκοφαντήσουν το δίκαιο.
Εγώ; Που έφερα την ανάπτυξη; Που παρέδωσα τόσα έργα; Που δεν έχω εξοχικό στην Χαλκιδική;
Δώδεκα χρόνια δήμαρχος, δώδεκα κτήρια, δώδεκα μαθητές του Χριστού, δώδεκα... κι ούτε ένα τηλεφώνημα για να μου συμπαρασταθούν; Εμένα; Που ζούσα μόνο από το χειροκρότημα;
Χαμογελώ ήρεμα. Αν μας αντέξει το σκοινί, θα φανεί σε αυτό.... λέω κυνικά στον εαυτό μου και αρχίζω να σιγοτραγουδώ στίχους και μελωδίες από την λεσβία που δεν θυμάμαι το όνομά της.
Ευτυχώς εδώ όλοι με αγαπούν και με φροντίζουν.
Μου λένε καλημέρα, καλή όρεξη, καληνύχτα.
Με αγκαλιάζουν, με φιλάν. Ακόμη και συντροφιά μου κρατάνε στην κρύα κουκέτα μου.
Μου πιάνουν το χέρι στοργικά και μου λένε χαμογελώντας πως θα καλοπεράσω.
Είναι όλοι σαν παιδιά. Φιλικοί διαχυτικοί και ενθουσιώδεις στον τρόπο που εκφράζονται. Κυρίως στα Ντουζ. Εκεί κάνουμε πολύ χαβαλέ.
Τα Τραίνα!!! Κάθε πρωί στις πέντε περνάνε τα τραίνα!
Που πάνε; γιατί σφυρίζουν;
Μας χλευάζουν ή μας χαιρετούν;
Τα πουλιά!!! γιατί κελαηδούν;
Μια πασχαλίτσα γλίστρησε εψέ από το πάντα ανοιχτό παράθυρό μου. (Βλέπετε έχει κάγκελα κι είναι ψηλά.)
Έκατσε στο χέρι μου.
Μέτρησα βουρκωμένος τις βούλες της.
Βούλα Παπαχρήστου, Βούλα Πατουλίδου, Βούλα γνησιότητας...
Με επεξεργάστηκε. Με κοίταξε στα μάτια και ανάσαινε ήρεμα.
Βλέπετε δεν ήθελε να με ταράξει. Καταλάβαινε.
Την άφησα να φύγει.
Στάθηκε στο κάγκελο.
Με κοίταξε.
Είσαι ελεύθερη!!! Φύγε!!!
Έμεινε σιωπηλή. Ορκιζόμουν πως άκουγα τους βουβούς λυγμούς της.
ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΦΕΥΓΕΙΣ;;;;;
Πέταξε στην ελευθερία.
Δεν κοίταξε πίσω.
Βλέπετε ήξερε, πως ούτε σαν εικόνα δεν θα μπορούσα να σταθώ στον έξω κόσμο.
Στον Ελεύθερο.
Η θέση μου εδώ. Με τους αμαρτωλούς.
Ας είναι.
Μου άλλαξαν κελί.
Δεν μπορούσα το τσιγάρο βλέπετε. Και την ποδαρίλα.
Κανέναν προνόμιο. Απλή ανθρωπιά.
Κάνοντας την τελευταία ρουφηξιά από το πούρο, κοιτάω στην τηλεόραση που έχω στο κελί μου.
Είναι κλειστή.
Δεν καταδέχομαι να την ανοίξω.
Είμαι ίδιος με όλους τους άλλους.
Φτωχός πλην τίμιος.
Καθώς γράφω τις τελευταίες λέξεις του πονήματος μου, πετάω οργισμένος το χαβιάρι κάτω.
Σύντροφε Άκη! Κουράγιο!!! Φωνάζω αλλά δεν με ακούει κανείς.
Συνειδητοποιώ πως είμαι μόνος.
Κάνει κρύο.
Σκεπάζομαι με την θερμαινόμενη κουβέρτα που δίνουν τα παιδιά εδώ σε όλους τους κρατούμενους όταν κάνει κρύο και κοιτάω το τζάκι.
Δεν μπορώ να γράψω καλά στο κρεβάτι. Έχει στρώμα νερού και τρέμει.
Να το πάλι
το τραίνο.
Τσούφου τσούφου τσούφου τσούφου.... (Φουυυυυυ Φουυυυυυυυ!)
Γιατί ποιον σφυρίζει;
Τώρα κατάλαβα.
Για Εμένα σφυρίζει.
Για την αδικία την δικιά Μου.
Σφυρίζω κι εγώ.
Οφσάιντ;
Γελώ με το αστείο μου. Εξάλλου δεν έχω κανέναν να μοιραστώ τις σκέψεις μου. Μα και να είχα δεν νομίζω πως θα γελούσε.
Τα μάτια μου κλείνουν. Είμαι κουρασμένος.
Μια φράση ξεγλιστρά από το στόμα μου πριν η συνείδησή μου αποδημήσει εις Μορφέαν.
"Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι"
Τσούφου τσούφου τσούφου τσούφου.... (Φουυυυυυ Φουυυυυυυυ!)
Γιατί ποιον σφυρίζει;
Τώρα κατάλαβα.
Για Εμένα σφυρίζει.
Για την αδικία την δικιά Μου.
Σφυρίζω κι εγώ.
Οφσάιντ;
Γελώ με το αστείο μου. Εξάλλου δεν έχω κανέναν να μοιραστώ τις σκέψεις μου. Μα και να είχα δεν νομίζω πως θα γελούσε.
Τα μάτια μου κλείνουν. Είμαι κουρασμένος.
Μια φράση ξεγλιστρά από το στόμα μου πριν η συνείδησή μου αποδημήσει εις Μορφέαν.
"Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι"
Δημοσίευσα το “Μανιφέστο” έχοντας την ευθύνη των
πράξεών μου και την επίγνωση πως ίσως
το παραπάνω κείμενο αλλάξει για πάντα
την ζωή σας όπως άλλαξε την δική μου.
Ίσως αλλάξει για πάντα τον κόσμο όπως τον ξέρουμε.
Ίσως αλλάξει για πάντα τον κόσμο όπως τον ξέρουμε.
by The One Eyed Bert
Λευτεριά στο Βασίλη. Υπογραφές εδώ https://www.facebook.com/TheThreeMooges

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου